βαρύς

βαρύς
Grammatical information: adj.
Meaning: `heavy', of tone `deep' (Il.).
Compounds: βαρύ-γδουπος (Pi.) etc.
Derivatives: βαρύτης, -ητος f. (Att.). Denom.1. βαρύνω `weigh down, oppress' (Il.); 2. βαρύθω `be weighed down' (Il.); 3. βαρέω s. below. - βάρος n. `heavy weight', (simplex Hdt.; in comp. (χαλκο-, οἰνο-βαρής Il.). - The ptc. βεβαρηώς (οἴνῳ βεβαρηότες, -ότα γ 139, τ 122) cf. οἰνοβαρής (Α 225; metr. lengthened οἰνοβαρείων ι 374, κ 555), from which οἰνοβαρέω (Thgn.); from there (?) βεβαρημένος (Pl.); βόρημαι (Sapph. Supp. 25, 17) with Aeol. vocalism; βαρέω (Hp. Morb.),.
Origin: IE [Indo-European] [476] *gʷerh₂-u- `heavy'.
Etymology: Identival with Skt. gurú-, Av. gouru-, Goth. kaúrus `heavy'. Lat. gravis from *graus \< *gʷreh₂us. Full grade in Skt. comparative gárīyān. Cf. βριαρός, βρίθω.
Page in Frisk: 1,221-222

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βαρύς — heavy in weight masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύς — ιά, ύ και βαριός, ιά, ό (AM βαρύς, εῑα, ύ) Ι. 1. αυτός που έχει βάρος 2. δυνατός, ισχυρός («βαρύ χέρι», «χεῑρα βαρεῑαν») 3. δυσβάστακτος, επαχθής («βαρύ χρέος», «βαρεῑα ξυμφορά») 4. (για οσμή) δυνατός, δυσάρεστος («βαριά μυρωδιά», «οδμήν βαρέαν») …   Dictionary of Greek

  • βαρύς, -ιά, -ύ — πληθ. ιοί, ιές, ιά 1. αυτός που έχει μεγάλο βάρος και δύσκολα μετατοπίζεται, ο δυσκίνητος: Σήκωσε μια βαριά βαλίτσα. 2. σοβαρός, οξύς: Υποφέρει από βαριά αρρώστια. 3. ογκώδης, άκομψος: Δε μου αρέσει η βαριά διακόσμηση. 4. πυκνός: Βαρύς καφές. 5.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαρύς — [варис] εκ. тяжелый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βαρέα — βαρύς heavy in weight neut nom/voc/acc pl (epic ionic) βαρέᾱ , βαρύς heavy in weight fem nom/voc/acc dual (epic ionic) βαρύς heavy in weight fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυτάτων — βαρύς heavy in weight fem gen pl βαρύς heavy in weight masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυτάτως — βαρύς heavy in weight adverbial βαρύς heavy in weight masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυτέρων — βαρύς heavy in weight fem gen pl βαρύς heavy in weight masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυτέρως — βαρύς heavy in weight adverbial βαρύς heavy in weight masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύ — βαρύς heavy in weight masc voc sg βαρύς heavy in weight neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύτατον — βαρύς heavy in weight masc acc sg βαρύς heavy in weight neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.